Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ

Το μάθημα της λατινικής γλώσσας εισάγεται και διδάσκεται για πρώτη φορά στη δεύτερη τάξη του Λυκείου σαν υποχρεωτικό μάθημα της θεωρητικής κατεύθυνσης. Ο μαθητής στη Β’ Λυκείου έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με την λατινική γραμματεία, με τους σημαντικότερους συγγραφείς της και με τα έργα τους και γνωρίζει τον πλούτο της γλώσσας αυτής.

Διδάσκεται και ασκείται σε μια γλώσσα που μόνο κατ’ ευφημισμόν θεωρείται και αξιολογείται ως ‘νεκρή’, καθώς γνωρίζει τη μέγιστη επιρροή της σε πλήθος σύγχρονων, ευρέως διαδεδομένων και μαζικά ομιλούμενων γλωσσών(υπολογίζεται ότι ένα όγδοο του παγκόσμιου πληθυσμού μιλάει σήμερα ρωμανικές γλώσσες και άρα τελεί υπό την επίδραση της Λατινικής) ενώ ταυτόχρονα αναθερμαίνει τη σχέση του με την αρχαία ελληνική, η οποία αποτελεί τη βάση της συντακτικής δομής, τη ‘δεξαμενή άντλησης’ του λεξιλογίου και καθαρή πηγή έμπνευσης της λατινικής γλώσσας.

Μια γλώσσα, λοιπόν, που έχει βαδίσει στα σίγουρα χνάρια της δικής μας αρχαίας ελληνικής και η επιρροή της οποίας στο σύγχρονο κόσμο είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από αυτήν που πιστεύουν οι περισσότεροι. Ο μαθητής διδάσκεται τα λατινικά μέσω ενός βιβλίου που έχει επιβιώσει πολλών εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων εξαιτίας της απλότητάς του, της ομαλότητας με την οποία εισάγει το μαθητή στη κατάκτηση αυτής της ‘ξένης’ γλώσσας, ενός βιβλίου που προσφέρεται για σωστή και εύληπτη διδασκαλία.

Η ύλη του μαθήματος χωρίζεται σε 20 κείμενα της λατινικής γραμματείας στη Β’ Λυκείου και σε 30 αντίστοιχα στην Τρίτη τάξη, κείμενα τα οποία επεξεργάζονται κάθε φορά και ένα διαφορετικό συντακτικό ή γραμματικό φαινόμενο. Ο καταμερισμός αυτός της ύλης(μόνο τα 30 κείμενα της Γ’ Λυκείου, όλα διδαγμένα εξετάζονται στις πανελλαδικές εξετάσεις) βοηθάει το μαθητή στην επίτευξη ενός υψηλού βαθμολογικού αποτελέσματος με αναγκαία βέβαια προϋπόθεση τη μεθοδική διδασκαλία και την απαραίτητη μελέτη από μέρους του μαθητή.

Σημαντικό είναι το γεγονός ότι η αξιολόγηση του μαθήματος στις πανελλαδικές εξετάσεις δεν περιλαμβάνει κάποιο μη διδαγμένο, ‘άγνωστο’ κείμενο, πράγμα που βοηθάει το μαθητή στην επίτευξη ενός καλού βαθμού αλλά και ενέχει το φόβο να θεωρηθεί το μάθημα ‘εύκολο’ και να οδηγήσει σε μια ανεπιθύμητη επανάπαυση και χαλάρωση. Αυτόν ακριβώς τον εφησυχασμό οφείλει να προλάβει μια ολοκληρωμένη και μεθοδική διδασκαλία. Μια διδασκαλία που θα επισημαίνει τον πλούτο της ‘νέας’ γλώσσας που καλείται ο μαθητής να μελετήσει και να αξιολογηθεί σε αυτήν. Μιας διδασκαλίας που θα φωτίσει τις αντιστοιχίες και τα παράλληλα που έχει με την αρχαία ελληνική, την επιβίωση λέξεων, εννοιών και την γενικότερη επιρροή της λατινικής σε γλώσσες ομιλούμενες σήμερα για να καταδείξει τη ζωντάνια και τη βαρύτητα της γλώσσας αυτής, μιας γλώσσας που, αν και δεν μιλιέται πια, εντούτοις επιβιώνει μέσω άλλων γλωσσών.

Το μάθημα, λοιπόν, της λατινικής γλώσσας με την πρέπουσα προσοχή, ενασχόληση και σπουδή από το μαθητή αλλά και από τον διδάσκοντα αποτελεί εισαγωγή σε έναν απέραντο κόσμο που άφησε ανεξίτηλα τη σφραγίδα του στη σύγχρονη πραγματικότητα, πηγή ουσιαστικών γνώσεων για το μαθητή αλλά παρέχει ταυτόχρονα σε αυτόν και τη δυνατότητα να επιτύχει τον πρακτικό σκοπό του, δηλαδή, την επίτευξη ενός αξιόλογου βαθμολογικού αποτελέσματος που θα τον βοηθήσει στην προσπάθειά του για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και για περαιτέρω επιμόρφωση.

Χατζημασούρης Γιάννης

Φιλόλογος Φροντιστηρίων Μέσης Εκπαίδευσης


Add to Technorati Favorites

Bookmark and Share


ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΕΣ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ

Όπως είναι γνωστό, εδώ και λίγες μέρες επιβλήθηκαν αλλαγές στη βαθμολόγηση του μαθήματος της Νεοελληνικής Γλώσσας Γενικής Παιδείας των Πανελληνίων Εξετάσεων. Η βαθμολογική υποτίμηση του τρίτου θέματος της Γλώσσας που σχετίζεται με την παραγωγή λόγου εγείρει έντονους προβληματισμούς.

Γιατί άραγε οι ασκήσεις θεωρούνται σπουδαιότερες και κερδίζουν τις δέκα (10) μονάδες που χάνει η έκθεση; Και κυρίως γιατί αυτές οι δέκα μονάδες πρέπει να χαθούν από την έκθεση; Γιατί υποβαθμίζουμε την επιχειρηματολογία, έστω και την τυποποιημένη, την κριτική σκέψη, την ανάπτυξη ιδεών και υπερτιμούμε τόσο τα συνώνυμα και τα αντώνυμα; Γιατί να κάνουμε τα παιδιά μας να αδιαφορήσουν για την ανάλυση ενός θέματος και να αρχίσουν να αποστηθίζουν λέξεις, λέξεις, λέξεις;

Μετά λύπης μου διαπιστώνω ότι δε θέλουμε νέους με καλλιεργημένη σκέψη, με άποψη και θέση για την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά «παπαγάλους» που θα απομνημονεύουν τα λεξικά. Άλλωστε, πολύ συχνά και με πολλούς τρόπους γίνεται προσπάθεια αποχαύνωσης των νέων, ώστε να υπερισχύσει η νωχελικότητα και να παραγκωνιστεί η κριτική τους ικανότητα.. Έτσι, θα καταλήξουν οι μαθητές μας να ξέρουν τη σημασία μιας λέξης, δίχως όμως να την αντιμετωπίζουν σφαιρικά ως μέρος μιας πρότασης ή μιας σκέψης ή μιας ολόκληρης άποψης.

Η αιφνιδιαστική αυτή αλλαγή ενόχλησε μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς και αποκαλύπτει πως σήμερα μπορεί να γίνει οποιαδήποτε τροποποίηση, χωρίς να προϋπάρξει διάλογος, πλάνο και οργάνωση. Μπορεί να προκύψει αυθαιρεσία σε βάρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας τόσο ξαφνική που πραγματικά σοκάρει. Η παιδεία δεν είναι χώρος για παιχνίδια και δοκιμές. Είναι σοβαρή, πολύ σοβαρή υπόθεση.

Ίσως οι ιθύνοντες θα έπρεπε να εγκύψουν πιο υπεύθυνα και σοβαρά πάνω στο θέμα και να ενδιαφερθούν ουσιαστικά για τους νέους που είναι η ελπίδα μας, η ανάσα μας, οι αυριανοί πολίτες αυτής της χώρας…

 Μπεκιάρη Χριστίνα – Φιλόλογος

Καθηγήτρια Emfasis Φροντιστήρια Μέσης Εκπαίδευσης




Add to Technorati Favorites

Bookmark and Share


Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΙΙΙ

Χρέος της οικογένειας και των δασκάλων ήταν να εμφυσήσουν στην ψυχή του παιδιού την ευγένεια και τη χρηστότητα, και να το καταστήσουν ενάρετο. Οι τιμωρίες ήταν σαφώς αναπόφευκτες: δεν είχαν τη μορφή της επιβολής ποινής αλλά στόχευαν στο να κατευθύνουν το παιδί προς την ωρίμανση της προσωπικότητάς του. Είχαν μάλλον το χαρακτήρα της παραίνεσης και της νουθεσίας, ώστε να μην αποκλίνει το νεαρό άτομο από τα όρια. Με αυτόν τον τρόπο, εθιζόταν στο να διατηρεί τις ισορροπίες και να προσαρμόζεται επιτυχώς στις απαιτήσεις της κοινωνίας.
Με λίγα λόγια, στην Αθήνα προωθούνταν το πρότυπο του ενάρετου πολίτη, το οποίο υποστηρίχθηκε ιδιαίτερα από το πνευματικό κίνημα των σοφιστών. Η σοφιστική διδασκαλία άνθισε μέσα σε συνθήκες ελευθερίας και δημοκρατικού πνεύματος και, παρά το σκεπτικιστικό χαρακτήρα της και τους προπηλακισμούς που δέχτηκε από μεγάλους φιλοσόφους της εποχής, έθετε ως στόχο το να μάθουν οι νέοι να μιλούν σωστά και να χρησιμοποιούν επιχειρήματα στις δημόσιες συζητήσεις. Η έμφαση στη διδασκαλία της ρητορικής και της τέχνης του λόγου επέφερε σημαντικές προόδους στη ρητορική θεωρία και συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του ρητορικού ύφους.
Συνεπώς, μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα είναι εύλογο να ακμάσει το δημοκρατικό πολίτευμα και να εδραιωθούν οι αξίες της ελευθερίας και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Με απαρασάλευτο θεμέλιο μια ισχυρή παιδεία η Αθήνα αναπτύχθηκε σε όλα τα επίπεδα, παρήγαγε τέχνη, δημιούργησε ποίηση και αναδείχθηκε σε σπουδαία ναυτική αυτοκρατορία και δεσπόζουσα δύναμη του ελληνικού χώρου. Ο άρρηκτος δεσμός της άνθισης της πνευματικής ζωής και της εγκαθίδρυσης της δημοκρατίας κατέστησε την Αθήνα το σπουδαιότερο πνευματικό κέντρο της εποχής, που συγκέντρωσε πλήθος διανοουμένων και μεγάλο αριθμό πολιτιστικών δημιουργημάτων.
Αναμφισβήτητα, παρατηρούμε ότι και η Αθήνα πέτυχε τους στόχους που είχε οριοθετήσει. Αυτό είναι ευνόητο, όταν συνειδητοποιούμε πόσο δυναμική και ρωμαλέα υπήρξε η πολιτική, κοινωνική και πνευματική ζωή του τόπου, η οποία φυσικά αποτελεί αποκύημα ενός εξίσου στέρεου εκπαιδευτικού συστήματος που πλάθει ολοκληρωμένους πολίτες. Όλη η προηγούμενη αναδρομή στην παιδεία της αρχαίας Ελλάδας δεν επιδιώκει την αναβίωση του παρελθόντος ούτε προωθεί μια άκριτη προγονολατρεία αλλά μάλλον αποτελεί ένα κάλεσμα για επαναπροσδιορισμό των στόχων της εκπαιδευτικής πράξης και μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης του προβλήματος της αγωγής.
Ας μην ξεχνάμε ότι τα δεδομένα της σύγχρονης εποχής είναι εξολοκλήρου διαφορετικά από αυτά της αρχαιότητας, επομένως δεν είναι σώφρων να προβαίνουμε σε συγκρίσεις και να επιδιώκουμε να μιμηθούμε προηγούμενα εκπαιδευτικά συστήματα. Αυτό που έχει σημασία είναι να εμβαθύνουμε στα προβλήματα και τις απαιτήσεις της νεολαίας μας και να της προσφέρουμε την αγωγή που της αξίζει. Δεν υποστηρίζουμε ότι οι υπεύθυνοι δεν καταβάλλουν προσπάθειες αναδιαμόρφωσης της εκπαίδευσης, ίσως όμως δεν είναι τελικά αρκετές ή δεν πηγάζουν από το δέοντα ζήλο των ανθρώπων αυτών. Η ουσία είναι ότι οι νέοι σήμερα έχουν πολύ περισσότερες δυνατότητες από παλαιότερα εξαιτίας της πληθώρας των ερεθισμάτων που δέχονται, απλά πρέπει να τους δοθεί η ευκαιρία και το πεδίο να τις αξιοποιήσουν κατάλληλα και να τις μετατρέψουν σε ικανότητες.
Η ενασχόληση με τα εκπαιδευτικά συστήματα της αρχαιότητας αποβλέπει στο να συνειδητοποιήσουμε ότι, παρά τις ελλείψεις και τις δυσκολίες της εποχής εκείνης, οι άνθρωποι είχαν κατανοήσει τη σημασία της παιδείας για τη διαμόρφωση μιας άρτιας προσωπικότητας. Οι στόχοι που θέτονταν ήταν ευκρινείς και υλοποιούνταν μέσα στους κόλπους της εκπαιδευτικής δραστηριότητας. Τίποτα δεν ήταν αόριστο ή νεφελώδες ούτε στη Σπάρτη ούτε στην Αθήνα, αντιθέτως η αγωγή εντασσόταν μέσα στα πλαίσια των επιδιώξεων του κράτους και δημιουργούσε πολίτες ενεργούς, δραστήριους με υπευθυνότητα και σύνεση. Αυτός είναι και ο λόγος που τότε γεννήθηκαν οι μεγαλύτερες προσωπικότητες διαχρονικής εμβέλειας ενώ σήμερα η εποχή μας χωλαίνει στο θέμα της παραγωγής εξαίσιων ανθρώπων που θα μπορούσαν να μείνουν στην ιστορία.
Είναι γεγονός ότι στις μέρες μας δεν προβάλλονται πρότυπα άξια προς μίμηση για τους νέους και αυτό τους κάνει να καταφεύγουν σε πρόσωπα του συρμού και να τα θεωρούν ως είδωλά τους. Η λύση είναι να καταβληθούν επίπονες προσπάθειες για την οικοδόμηση μιας ουσιαστικότερης παιδείας που θα επιδιώκει την αφύπνιση και ενεργοποίηση των νέων, θα τους παραδειγματίζει και θα τους απομακρύνει από τη νωχέλεια και την αδιαφορία για όσα συμβαίνουν γύρω τους. Γιατί να μην υπάρχει μουσική παιδεία; Γιατί οι νέοι να μη διδάσκονται ιστορία της τέχνης; Γιατί να διδάσκονται την ποίηση ανιαρά και ψυχρά, χωρίς να μαγεύονται από το μεγαλείο των στίχων, μόνο και μόνο για να περάσουν τις εξετάσεις;
Προφανώς, οφείλουν οι ιθύνοντες να ακούσουν και τις φωνές των μαθητών που σίγουρα έχουν θέσεις και απόψεις για το μέλλον της εκπαιδευτικής διαδικασίας, να προσαρμόσουν την αγωγή των νέων στις ανάγκες της σύγχρονης εποχής και να αγγίξουν τις ευαίσθητες χορδές των νεαρών αυτών ανθρώπων.  Μπορεί όλα αυτά να ακούγονται ως ουτοπία, τίποτα όμως δεν είναι ακατόρθωτο, ιδιαίτερα αν σκεφτούμε πως πρόκειται για τα παιδιά που αποτελούν την ελπίδα και το μέλλον του τόπου. Μήπως παραληρούμε άδικα ή υπάρχει πιθανότητα να εισακουστούμε και να δούμε αλλαγές πιο ριζικές; Ας περιμένουμε λοιπόν και ας βάζει ο καθένας το λιθαράκι του…

Χριστίνα Μπεκιάρη – Φιλόλογος

Καθηγήτρια Emfasis Φροντιστήρια Μέσης Εκπαίδευσης




Add to Technorati Favorites

Bookmark and Share


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.