Με βάση όλα αυτά που επισημάναμε στο προηγούμενο άρθρο, παρατηρούμε ότι το σπαρτιατικό εκπαιδευτικό σύστημα θέτει μια σειρά από στόχους, τους οποίους επιτυγχάνει σε μεγάλο ποσοστό. Μπορεί κάποιοι να διαφωνούν πλήρως με τον τρόπο που η Σπάρτη διαπαιδαγωγούσε τα παιδιά της, πρέπει όμως να της αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι έθεσε την αγωγή ως πρότυπο ζωής για τους ανθρώπους και ως μέσο σταθεροποίησης της συμπεριφοράς και της ιδεολογίας των Σπαρτιατών. Η αγωγή αποτέλεσε τον κύριο άξονα για την οργάνωση ενός συστήματος που στηριζόταν στο ιδανικό της αφοσίωσης στο κοινό καλό. Επομένως, ύψιστη αρετή θεωρήθηκε η αυστηρή στρατιωτική πειθαρχία μέσα στους κόλπους μιας κοινωνίας με το σφρίγος και την ευελιξία των πολυάριθμων στρατιωτών.
Αναμφίβολα, η εκπαίδευση υποτάσσεται στο σπαρτιατικό κράτος, έχει όμως έναν ρόλο μέσα στην κοινωνία και λειτουργεί επιτυχημένα, φέροντας εις πέρας το έργο της. Με αυτά τα δεδομένα, απέναντι σε αυτήν την άψογη στρατιωτική οργάνωση μπορούμε να αντικρίσουμε το μεγαλείο και τη λάμψη της Αθήνας, μιας πόλης που γέννησε μερικούς από τους σημαντικότερους ανθρώπους του πνεύματος. Η Αθήνα θα θέσει στόχους διαμετρικά αντίθετους με εκείνους της Σπάρτης στο χώρο της παιδείας, προωθώντας έναν τύπο εκπαίδευσης που συμβάλλει στην ταυτόχρονη καλλιέργεια του πνεύματος, του σώματος και της ψυχής. Αυτό σημαίνει πως το τρίπτυχο της αθηναϊκής αγωγής περιελάμβανε τη διδασκαλία των γραμμάτων, της μουσικής και της γυμναστικής.
Ο γραμματιστής, ο κιθαριστής και ο παιδοτρίβης τροφοδοτούσαν τους μαθητές με τα κατάλληλα εφόδια, ώστε να διαμορφώσουν οι νέοι μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα ως άνθρωποι και ως πολίτες και να στηρίξουν τη δημοκρατία. Κυρίως κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα, του Χρυσού Αιώνα του Περικλή, η σημασία της εκπαίδευσης είχε επισημανθεί. Η αγωγή των νέων είχε αποδεσμευτεί από το κράτος, αποτελούσε οικογενειακή υπόθεση και εξαρτιόταν από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Ελάχιστοι ήταν πλέον εκείνοι που δε διέθεταν κάποια μόρφωση, εφόσον οι περισσότερες οικογένειες έδιναν μεγάλη βαρύτητα στο θέμα της αγωγής των παιδιών τους και οι πιο εύπορες από αυτές δαπανούσαν σημαντικά χρηματικά ποσά για την εκπαίδευσή τους. Έτσι, οι νέοι στην Αθήνα αύξαιναν τις γνώσεις τους, διεύρυναν τους πνευματικούς τους ορίζοντες και ωρίμαζαν, αποκτώντας συναίσθηση των ευθυνών τους μέσα στο κοινωνικό σύνολο.
Οι γραμματιστές αναλάμβαναν τη διδασκαλία ποιημάτων που είχαν ηρωικό περιεχόμενο και εξυμνούσαν ενάρετες πράξεις, τα οποία οι μαθητές απομνημόνευαν, ώστε να εμπεδώσουν τη σπουδαιότητα της ρώμης και του ανδρείου ήθους και να παραδειγματιστούν από τους ένδοξους ήρωες, επιθυμώντας να τους μιμηθούν. Στη συνέχεια, οι μαθητές διδάσκονταν από τους κιθαριστές την εκμάθηση της λύρας και των λυρικών ποιημάτων, που εναρμονίζουν την παιδική ψυχή με τους ρυθμούς και τις μελωδίες της μουσικής, και φυσικά προάγουν τη σωφροσύνη και την κοσμιότητα. Τέλος, καθήκον των γυμναστών
(παιδοτρίβες) ήταν η συστηματική εκγύμναση των παιδικών σωμάτων μέσα στους χώρους της παλαίστρας (γήπεδο ανοιχτό από πάνω σε σχήμα τετραγώνου και με τοίχους ολόγυρα), ώστε να αποκτήσουν οι νέοι γεροδεμένα κορμιά και να είναι ικανοί να μάχονται με σθένος εναντίον των εκάστοτε εχθρών της πατρίδας.
Είναι γενικά παραδεκτό πως η αθηναϊκή αγωγή στόχευε στο να καταστήσει τους νέους «καλούς καγαθούς» πολίτες, οι οποίοι θα ενσάρκωναν την αρμονική συνεργασία πνεύματος και σώματος. Τα νεαρά άτομα θα ήταν ολοκληρωμένα σε όλα τα επίπεδα, δηλαδή θα διακρίνονταν για το εξευγενισμένο τους παρουσιαστικό καθώς και για την ενάρετη συμπεριφορά τους. Άλλωστε, η φώτιση του νου και η ορθή λειτουργία του πνεύματος δεν αρκούν, όταν υπάρχουν σε ένα αδύναμο και ασθενικό κορμί. Η εκγύμναση του σώματος και η φυσική άσκηση επιβάλλονταν και δεν έπρεπε να παραβλέπονται, εφόσον η ταυτόχρονη καλλιέργεια πνεύματος και σώματος συνέβαλε αποτελεσματικά στη δημιουργία ενός δυναμικού ανθρώπου με αυτοπεποίθηση. Συνεπώς, οι Αθηναίοι επιθυμούσαν για τα παιδιά τους τη διεύρυνση του πνευματικού τους πλούτου παράλληλα με την εντατική σωματική τους άσκηση.
Συνεχίζεται…
Χριστίνα Μπεκιάρη – Φιλόλογος


